Κλείνω τα μάτια μου,
μόνο για μια στιγμή, και η στιγμή πάει.Ολα τα όνειρά μου περνούν μπροστά στα
μάτια μου, μια περιέργεια. Σκόνη στον άνεμο … Αυτό το τραγούδι … Σκέπτομαι πόσο
καιρό έχω να ακούσω αυτό το τραγούδι; Ήμουν 12 χρονών το καλοκαίρι του 77 όταν
κυκλοφόρησε στα καλύτερα μου, ανεμελιά, διάθεση για περιπέτεια. Θυμάμαι το 76 η
υποχρεωτική εκπαίδευση πήγε από τα έξι χρόνια σε εννέα και κάλυψε εκτός από το
δημοτικό και τον πρώτο κύκλο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, το τριετές
γυμνάσιο. Και; Δεν είχα σκοπό της ζωής μου να φάω τα χρόνια μου στα θρανία. Με
έτρωγαν τα όνειρα μου έκανα για μέρη μακρινά, τα βράδια πριν μαζευτούμε στα
σπίτια μας έλεγα στους φίλους μου για τον πατέρα μου που είχε την τύχη και
γύρισε όλον τον κόσμο μα όλον τον κόσμο ήταν καπετάνιος. Οι ιστορίες του δεν
είχαν τελειωμό τι να σας πω έλεγε σε μένα και την αδελφή μου, για τα λιοντάρια
για τα καγκουρό για τους πιγκουίνους τι; Όλα τα ήξερε και όλα τα είχε δει. Καμάρωνα
για τον πατέρα μου και σε κάθε ευκαιρία έλεγα σε όλους για τα ταξίδια του και
τις εμπειρίες που απέκτησε, με τόσο στόμφο σαν να ήμουν εγώ ο καπετάν Μπάμπης.
Ένας λεβέντης ο πατέρας μου δυο μέτρα άντρας μαύρα μαλλιά μαύρα μάτια άγριο
βλέμμα διαπεραστικό αλλά καρδιά μικρού παιδιού. Όταν πήγαινε στο καφενείο καμιά
φορά με έπαιρνε μαζί του, εκεί χαιρετούσε τους πάντες και όλοι τον ρωτούσαν για
τα ταξίδια του. Δεν τον είχαμε κάθε μέρα όπως οι υπόλοιπες οικογένειες αλλά
όταν ήταν σπίτι τα γέλια και η χαρές μας περίσσευαν! Η μαμά μου η κλασική μαμά,
φάε το φαί σου όλο, ντύσου μην κρυώσεις πλύνε τα δόντια σου, άλλαξε ρούχα,
χτενίσου. Μια κούκλα η μάνα μου με μεγάλα καταγάλανα μάτια μακριά μαύρα μαλλιά
που τα έλυνε μόνο όταν ερχόταν ο πατέρας μου. Η αδελφή μου μια φωτοτυπία της
μάνας μου που διέφεραν μόνο στην ηλικία ήταν μόνο έξι χρονών.
Το καλοκαίρι του
77 τον περιμένουμε να έρθει και ανυπομονούμε να τον πάρουμε αγκαλιά ,εννοείται να
πάρουμε και το δωράκι που πάντα μας έφερνε! Βγήκαμε στην Πατησίων και πήραμε
ταξί πάμε για τον Πειραιά, ο πατέρας μου έρχεται το απόγευμα αλλά δεν αντέχουμε
την αναμονή και φύγαμε κάνα δυο ώρες νωρίτερα. Ο ταξιτζής είναι ένας
νεαρός σοβαρός μεν αλλά τα μάτια του δεν
τα ξεκόλλαγε από την μάνα μου που είχε λύσει τα μαλλιά της φορώντας τα καλά της ρούχα για να
υποδεχτεί τον πατέρα μας.
Κάθε τρεις και λίγο έβρισκε
μια πρόφαση για να φτιάξει τον εσωτερικό καθρέπτη του αυτοκινήτου ώστε να βλέπει
καλύτερα την μάνα μου. Αχ και να ήταν τώρα ο πατέρας μου εδώ να σου σπάσει τα
μούτρα σκέφτηκα από μέσα μου. Ακούμε μια εκπομπή στο ραδιόφωνο και προφανώς δεν
ταιριάζει στο κλήμα που προσπαθεί να δημιουργήσει ο ταξιτζής και ψάχνει για
κάτι πιο απαλό αλλάζοντας σταθμούς συνεχώς ώσπου το βρήκε. «Πολύ ωραίο τραγούδι
συμφωνείται;» Είπε ο ταξιτζής στην μάνα μου κοιτώντας την από τον καθρέπτη. «Δεν
γνωρίζω εγγλέζικα» του απάντησε γυρνώντας το κεφάλι της προς το παράθυρο και
σηκώνοντας το φρύδι της απαξιώτικα. «Έστω..η μελώδια; Tι έχετε να πείτε για την
μελώδια σας αρέσει;» Είπε και συμπλήρωσε «Είναι καινούριο μόλις κυκλοφόρησε λέγεται
Σκόνη Στον Ανεμο στα ελληνικά». Καμιά απάντηση. Εμένα Όμως μου άρεσε! Για
κάποιον λόγο με συνεπήρε ο ρυθμός του με γαλήνεψε και ας μην ήξερα τι έλεγε. Φτάσαμε στον Πειραιά
και δεν φεύγει από το μυαλό μου ούτε ο ρυθμός του ούτε τα λογία που τα ψέλλιζα
όπως νάνε. «Σκόνη Στον Ανεμο το ξέρεις
πατέρα αυτό το τραγούδι;» τον ρώτησα μετά τις αγκαλιές και τα φιλία. «Οχι
άντρακλα μου δεν το ξέρω, ξέρω μόνο ότι μεγάλωσες από την τελευταία φορά που σε
είδα πέντε πήχες» είπε γελώντας με φίλησε και πήρε αγκαλιά την μάνα μου όλο
λαχτάρα. Αυτό δεν είχε ξανά γίνει. Ότι
και να είχα ρωτήσει όποια απορία είχα πάντα είχε μια απάντηση ήξερε τα πάντα
και κόλλησε σε ένα τραγούδι; Ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που τον ρώτησα
κάτι και δεν το ήξερε.
Όλα είναι σκόνη στον άνεμο. Το ίδιο παλιό τραγούδι, μόνο μια σταγόνα
νερού σε μια ατέλειωτη θάλασσα. Το μόνο που κάνουμε και φτάνει στο έδαφος αν
και αρνούμαστε να το δούμε. Σκόνη στον άνεμο. Μην επαναπαύεσαι, τίποτα δεν
διαρκεί για πάντα, αλλά η γη και ο ουρανός φεύγουν μακριά .Και όλα τα χρήματά
σας δεν θα αγοράσουν άλλο ένα λεπτό.
Δεν μάθαμε ποτέ πως
έγινε ακριβώς . Τον χάσαμε έτσι απλά. Ξυπνήσαμε ένα πρωί και βούλιαξε η χαρά
και το γέλιο για πάρα πολλά χρόνια μαζί με το βαπόρι του πατέρα μου. Όλα αυτά
μέχρι σήμερα, σήμερα είναι μέρα χαράς, μεγάλης χαράς! Σήμερα έγινα θειος! Ναι
θειος η αδελφή μου μας έκανε τον απόγονο το καμάρι μας τον μικρό Μπάμπη!